πλαντάζω
•
- αμετάβατοσυγχύζομαι, δυσφορώ, αγανακτώ, θλίβομαι ή νιώθω άλλο αρνητικό συναίσθημα σε πολύ μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
- Ήπια μονορούφι τη βυσσινάδα κι άρχισα να διαβάζω και χωρίς να το θέλω η φωνή μου έτρεμε από συγκίνηση, Αν η Θοδώρα είχε δακρύσει ακούγοντας το γράμμα, η Βασιλική πλάνταξε στο κλάμα. (Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)
Ετυμολογία
πλαντάζω < → λείπει η ετυμολογία μσν. πλαντά(σσω) μεταπλ. -ζω με βάση το συνοπτ. θ. πλαντακ- < αρχ. πλατάσσω `χτυπώ δύο επίπεδα αντικείμενα΄, ηχηροπ. του μεσοφ. [t] ίσως από επίδρ. του
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλαντάζω | πλαντάζεις | πλαντάζει | πλαντάζουμε | πλαντάζετε | πλαντάζουν / πλαντάζουνε |
| Παρατατικός | πλάνταζα | πλάνταζες | πλάνταζε | πλαντάζαμε | πλαντάζατε | πλάνταζαν / πλαντάζαν / πλαντάζανε |
| Αόριστος | πλάνταξα | πλάνταξες | πλάνταξε | πλαντάξαμε | πλαντάξατε | πλάνταξαν / πλαντάξαν / πλαντάξανε |
| Μέλλοντας | θα πλαντάζω / θα πλαντάξω | θα πλαντάζεις / θα πλαντάξεις | θα πλαντάζει / θα πλαντάξει | θα πλαντάζουμε / θα πλαντάξουμε | θα πλαντάζετε / θα πλαντάξετε | θα πλαντάζουν / θα πλαντάζουνε / θα πλαντάξουν / θα πλαντάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλαντάξει | έχεις πλαντάξει | έχει πλαντάξει | έχουμε πλαντάξει | έχετε πλαντάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλαντάξει | είχες πλαντάξει | είχε πλαντάξει | είχαμε πλαντάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλαντάξει / να πλαντάζω / να πλαντάξω | να έχεις πλαντάξει / να πλαντάζεις / να πλαντάξεις | να έχει πλαντάξει / να πλαντάζει / να πλαντάξει | να έχουμε πλαντάξει / να πλαντάζουμε / να πλαντάξουμε | να έχετε πλαντάξει / να πλαντάζετε / να πλαντάξετε | να πλαντάζουν / να πλαντάζουνε / να πλαντάξουν / να πλαντάξουνε |
| Προστακτική | — | πλάνταζε / πλάνταξε | — | — | πλαντάζετε / πλαντάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →