πλασμωδιακός
•
- που έχει σχέση με το πλασμώδιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλασμωδιακός < πλασμώδιο + -ακός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική plasmodial)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλασμωδιακός | πλασμωδιακή | πλασμωδιακό |
| Γενική | πλασμωδιακού | πλασμωδιακής | πλασμωδιακού |
| Αιτιατική | πλασμωδιακό | πλασμωδιακή | πλασμωδιακό |
| Κλητική | πλασμωδιακέ | πλασμωδιακή | πλασμωδιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλασμωδιακοί | πλασμωδιακές | πλασμωδιακά |
| Γενική | πλασμωδιακών | πλασμωδιακών | πλασμωδιακών |
| Αιτιατική | πλασμωδιακούς | πλασμωδιακές | πλασμωδιακά |
| Κλητική | πλασμωδιακοί | πλασμωδιακές | πλασμωδιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →