Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλασμωδιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το πλασμώδιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλασμωδιακός < πλασμώδιο + -ακός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική plasmodial)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλασμωδιακόςπλασμωδιακήπλασμωδιακό
Γενικήπλασμωδιακούπλασμωδιακήςπλασμωδιακού
Αιτιατικήπλασμωδιακόπλασμωδιακήπλασμωδιακό
Κλητικήπλασμωδιακέπλασμωδιακήπλασμωδιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλασμωδιακοίπλασμωδιακέςπλασμωδιακά
Γενικήπλασμωδιακώνπλασμωδιακώνπλασμωδιακών
Αιτιατικήπλασμωδιακούςπλασμωδιακέςπλασμωδιακά
Κλητικήπλασμωδιακοίπλασμωδιακέςπλασμωδιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →