Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλαστίνη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βιοχημείαη κυριότερη λευκωματώδης ουσία του πρωτοπλάσματος των κυττάρων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλαστίνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Ρlastin < Μορφολογικά αναλύεται σε θέμα πλαστ- του ρήματος πλάθω + -ίνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλαστίνηπλαστίνες
Γενικήπλαστίνηςπλαστινών
Αιτιατικήπλαστίνηπλαστίνες
Κλητικήπλαστίνηπλαστίνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →