πλαστελίνη
•
- ευμάλακτη ύλη που χρησιμοποιείται για πλάσιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλαστελίνη < (λόγιο δάνειο) αγγλική plastelline <σήμα κατατεθέν «Ρlastilina» < αρχαία ελληνικήπλάσσω + -ίνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλαστελίνη | πλαστελίνες |
| Γενική | πλαστελίνης | πλαστελινών |
| Αιτιατική | πλαστελίνη | πλαστελίνες |
| Κλητική | πλαστελίνη | πλαστελίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →