Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται από πλαστικό (υλικό) Βικιλεξικό
    • Χωρίς πλαστικές σημαιούλες, ανεξέλεγκτες αφισοκολλήσεις, αεροπανό, σπρέι και άλλα διαφημιστικά «όπλα» θα διεξαχθεί η προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η οποία ξεκίνησε επίσημα στις 9 Αυγούστου, σύμφωνα με εγκύκλιο που εξέδωσε το υπουργείο Εσωτερικών η οποία καθορίζει τις χρήσεις των χώρων.
  2. για τις τέχνεςπου διαμορφώνουν κάποιο υλικό Βικιλεξικό
  3. μεταλλουργίαπου επιδέχεται παραμορφώσεις Βικιλεξικό
    • Ολκιμότητα είναι ο δείκτης του βαθμού πλαστικής παραμόρφωσης που διατηρείται κατά την θραύση. Όλκιμα υλικά (ductile) υφίστανται πλαστική παραμόρφωση πριν από την θραύση. Ψαθυρά υλικά (brittle) ανέχονται μόνον πολύ μικρές πλαστικές παραμορφώσεις. (Διαστημικές τεχνολογίες, κεφ. 7, Δομές και Μηχανισμοί Δορυφόρων, σελ. 7 eclass.uoa.gr, Πλατφόρμα Τηλεκπαίδευσης του ΕΚΠΑ https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/DI491/%CE%9A%CE%95%CE%A6%207%20%CE%94%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%82%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%9C%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CE%AF%20%CE%94%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CF%8C%CF%81%CF%89%CE%BD.pdf)

Ετυμολογία

πλαστικός < αρχαία ελληνική πλαστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλαστικόςπλαστικήπλαστικό
Γενικήπλαστικούπλαστικήςπλαστικού
Αιτιατικήπλαστικόπλαστικήπλαστικό
Κλητικήπλαστικέπλαστικήπλαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλαστικοίπλαστικέςπλαστικά
Γενικήπλαστικώνπλαστικώνπλαστικών
Αιτιατικήπλαστικούςπλαστικέςπλαστικά
Κλητικήπλαστικοίπλαστικέςπλαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →