πλαστογράφηση
•
- η ενέργεια του πλαστογραφώ, του να υπογράψω κάτι αναπαράγοντας το όνομα και γραφικό χαρακτήρα άλλου ανθρώπου, ώστε να φαίνεται ότι πρόκειται για τη δική του υπογραφή, χωρίς αυτός να συμφωνήσει σε αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλαστογράφηση < πλαστογραφώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλαστογράφηση | πλαστογραφήσεις |
| Γενική | πλαστογράφησης | πλαστογραφήσεων |
| Αιτιατική | πλαστογράφηση | πλαστογραφήσεις |
| Κλητική | πλαστογράφηση | πλαστογραφήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →