πλαστογραφικός
•
- που έχει σχέση με πλαστογραφία ή πλαστογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλαστογραφικός < πλαστογραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλαστογραφικός | πλαστογραφική | πλαστογραφικό |
| Γενική | πλαστογραφικού | πλαστογραφικής | πλαστογραφικού |
| Αιτιατική | πλαστογραφικό | πλαστογραφική | πλαστογραφικό |
| Κλητική | πλαστογραφικέ | πλαστογραφική | πλαστογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλαστογραφικοί | πλαστογραφικές | πλαστογραφικά |
| Γενική | πλαστογραφικών | πλαστογραφικών | πλαστογραφικών |
| Αιτιατική | πλαστογραφικούς | πλαστογραφικές | πλαστογραφικά |
| Κλητική | πλαστογραφικοί | πλαστογραφικές | πλαστογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →