Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλαστογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πλαστογραφία ή πλαστογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλαστογραφικός < πλαστογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλαστογραφικόςπλαστογραφικήπλαστογραφικό
Γενικήπλαστογραφικούπλαστογραφικήςπλαστογραφικού
Αιτιατικήπλαστογραφικόπλαστογραφικήπλαστογραφικό
Κλητικήπλαστογραφικέπλαστογραφικήπλαστογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλαστογραφικοίπλαστογραφικέςπλαστογραφικά
Γενικήπλαστογραφικώνπλαστογραφικώνπλαστογραφικών
Αιτιατικήπλαστογραφικούςπλαστογραφικέςπλαστογραφικά
Κλητικήπλαστογραφικοίπλαστογραφικέςπλαστογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →