πλαστογραφώ
•
- είμαι ή γίνομαι πλαστογράφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλαστογραφώ < ελληνιστική κοινή πλαστογραφέω / πλαστογραφῶ < αρχαία ελληνική πλαστός + γράφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλαστογραφώ | πλαστογραφείς | πλαστογραφεί | πλαστογραφούμε | πλαστογραφείτε | πλαστογραφούν / πλαστογραφούνε |
| Παρατατικός | πλαστογραφούσα | πλαστογραφούσες | πλαστογραφούσε | πλαστογραφούσαμε | πλαστογραφούσατε | πλαστογραφούσαν / πλαστογραφούσανε |
| Αόριστος | πλαστογράφησα | πλαστογράφησες | πλαστογράφησε | πλαστογραφήσαμε | πλαστογραφήσατε | πλαστογράφησαν / πλαστογραφήσαν / πλαστογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα πλαστογραφήσω / θα πλαστογραφώ | θα πλαστογραφήσεις / θα πλαστογραφείς | θα πλαστογραφήσει / θα πλαστογραφεί | θα πλαστογραφήσουμε / θα πλαστογραφούμε | θα πλαστογραφήσετε / θα πλαστογραφείτε | θα πλαστογραφήσουν / θα πλαστογραφήσουνε / θα πλαστογραφούν / θα πλαστογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω πλαστογραφήσει | έχεις πλαστογραφήσει | έχει πλαστογραφήσει | έχουμε πλαστογραφήσει | έχετε πλαστογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλαστογραφήσει | είχες πλαστογραφήσει | είχε πλαστογραφήσει | είχαμε πλαστογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλαστογραφήσει / να πλαστογραφήσω / να πλαστογραφώ | να έχεις πλαστογραφήσει / να πλαστογραφήσεις / να πλαστογραφείς | να έχει πλαστογραφήσει / να πλαστογραφήσει / να πλαστογραφεί | να έχουμε πλαστογραφήσει / να πλαστογραφήσουμε / να πλαστογραφούμε | να έχετε πλαστογραφήσει / να πλαστογραφήσετε / να πλαστογραφείτε | να πλαστογραφήσουν / να πλαστογραφήσουνε / να πλαστογραφούν / να πλαστογραφούνε |
| Προστακτική | — | πλαστογράφει / πλαστογράφησε | — | — | πλαστογραφήστε / πλαστογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →