Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλαστουργός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που πλάθει, που δημιουργεί κάτι καινούριο Βικιλεξικό
    • δεν είμαι 'γω σπορά της τύχης, ο πλαστουργός της νιας ζωής (Κώστας Βάρναλης)
  2. χριστιανισμόςο Τριαδικός Θεός που δημιούργησε την πλάση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλαστουργός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλαστουργός Συγχρονικά αναλύεται σε πλάστ(ης) + -ουργός.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλαστουργόςπλαστουργοί
Γενικήπλαστουργούπλαστουργών
Αιτιατικήπλαστουργόπλαστουργούς
Κλητικήπλαστουργέπλαστουργοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →