πλαστουργός
•
- αυτός που πλάθει, που δημιουργεί κάτι καινούριο Βικιλεξικό
- δεν είμαι 'γω σπορά της τύχης, ο πλαστουργός της νιας ζωής (Κώστας Βάρναλης)
- χριστιανισμόςο Τριαδικός Θεός που δημιούργησε την πλάση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλαστουργός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλαστουργός Συγχρονικά αναλύεται σε πλάστ(ης) + -ουργός.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλαστουργός | πλαστουργοί |
| Γενική | πλαστουργού | πλαστουργών |
| Αιτιατική | πλαστουργό | πλαστουργούς |
| Κλητική | πλαστουργέ | πλαστουργοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →