πλαταγίζω
•
- παράγω αμβλύ κρότο ή ήχο με τη σύγκρουση (πλατιών) αντικειμένων Βικιλεξικό
- Ὁ Πανάγος ἔφαγε μὲ ὄρεξη, πλαταγίζοντας τὴ γλώσσα, κατεβάζοντας μὲ θόρυβο μπουκιὲς ἀπανωτές. Ὅταν τέλειωσε, σκούπισε τὰ μουστάκια του μὲ τὴν ξανάστροφη τῆς παλάμης του καὶ κοίταξε τὴ Βαγγελιώ.. (Μ. Καραγάτσης, Ο Κοτζαμπάσης του Καστρόπυργου: μυθιστόρημα, 1982, σελ. 164)
Ετυμολογία
πλαταγίζω < ελληνιστική κοινή πλαταγίζω < πλαταγέω / πλαταγῶ < αρχαία ελληνική πλαταγή < πλατύς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλαταγίζω | πλαταγίζεις | πλαταγίζει | πλαταγίζουμε | πλαταγίζετε | πλαταγίζουν / πλαταγίζουνε |
| Παρατατικός | πλατάγιζα | πλατάγιζες | πλατάγιζε | πλαταγίζαμε | πλαταγίζατε | πλατάγιζαν / πλαταγίζαν / πλαταγίζανε |
| Αόριστος | πλατάγισα | πλατάγισες | πλατάγισε | πλαταγίσαμε | πλαταγίσατε | πλατάγισαν / πλαταγίσαν / πλαταγίσανε |
| Μέλλοντας | θα πλαταγίζω / θα πλαταγίσω | θα πλαταγίζεις / θα πλαταγίσεις | θα πλαταγίζει / θα πλαταγίσει | θα πλαταγίζουμε / θα πλαταγίσουμε | θα πλαταγίζετε / θα πλαταγίσετε | θα πλαταγίζουν / θα πλαταγίζουνε / θα πλαταγίσουν / θα πλαταγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλαταγίσει | έχεις πλαταγίσει | έχει πλαταγίσει | έχουμε πλαταγίσει | έχετε πλαταγίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλαταγίσει | είχες πλαταγίσει | είχε πλαταγίσει | είχαμε πλαταγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλαταγίσει / να πλαταγίζω / να πλαταγίσω | να έχεις πλαταγίσει / να πλαταγίζεις / να πλαταγίσεις | να έχει πλαταγίσει / να πλαταγίζει / να πλαταγίσει | να έχουμε πλαταγίσει / να πλαταγίζουμε / να πλαταγίσουμε | να έχετε πλαταγίσει / να πλαταγίζετε / να πλαταγίσετε | να πλαταγίζουν / να πλαταγίζουνε / να πλαταγίσουν / να πλαταγίσουνε |
| Προστακτική | — | πλατάγιζε / πλατάγισε | — | — | πλαταγίζετε / πλαταγίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →