πλαταγισμός
•
- σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλαταγίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλαταγισμός < πλαταγίζω + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλαταγισμός | πλαταγισμοί |
| Γενική | πλαταγισμού | πλαταγισμών |
| Αιτιατική | πλαταγισμό | πλαταγισμούς |
| Κλητική | πλαταγισμέ | πλαταγισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →