Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλατυποδία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αποπλάτυνση της πατούσας του ποδιού λόγω απουσίας της καμάρας του πέλματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλατυποδία < πλατυ- / πλατύς + -ποδία / πόδι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλατυποδίαπλατυποδίες
Γενικήπλατυποδίαςπλατυποδιών
Αιτιατικήπλατυποδίαπλατυποδίες
Κλητικήπλατυποδίαπλατυποδίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →