πλατυποδία
•
- η αποπλάτυνση της πατούσας του ποδιού λόγω απουσίας της καμάρας του πέλματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλατυποδία < πλατυ- / πλατύς + -ποδία / πόδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλατυποδία | πλατυποδίες |
| Γενική | πλατυποδίας | πλατυποδιών |
| Αιτιατική | πλατυποδία | πλατυποδίες |
| Κλητική | πλατυποδία | πλατυποδίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →