πλατφόρμα
•
- η αποβάθρα Βικιλεξικό
- αποβάθρα απογείωσης/προσγείωσης/εκτόξευσης Βικιλεξικό
- είδος οχήματος για την μεταφορά μικρότερων οχημάτων ή άλλων αντικειμένων Βικιλεξικό
- είδος γυναικείου υποδήματος Βικιλεξικό
- πρότυπο, μοντέλο δράσης, προσχεδιασμένο πλάνο για προκαθορισμένη χρήση Βικιλεξικό
- πεδίο συνολικής οργάνωσης έκθεσης απόψεων, ιδεών Βικιλεξικό
- ψηφιακό ή μη σύστημα καταχώρησης, επεξεργασίας και μεταβολής πληροφοριών Βικιλεξικό
- πληροφορικήτο περιβάλλον λειτουργίας, που αφορά το λογισμικό (software) ή υλικό (hardware) ή και τα δύο (το σύστημα): Βικιλεξικό
- (λογισμικό) μπορεί να είναι λειτουργικό σύστημα, βάση δεδομένων, φυλλομετρητής (web browser), κλπ
- (υλικό υπολογιστή) μπορεί να είναι κάποιος τύπος (ίσως και εξειδικευμένος) υπολογιστή ή ομάδα επεξεργαστών (CPU) με συγκεκριμένες εντολές γλώσσας μηχανής
Ετυμολογία
πλατφόρμα < (άμεσο δάνειο) γαλλική plate-forme + -α :* για το σύνολο έκθεσης απόψεψων, για την πληροφορική: άμεσο δάνειο από την αγγλική platform
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλατφόρμα | πλατφόρμες |
| Γενική | πλατφόρμας | πλατφορμών |
| Αιτιατική | πλατφόρμα | πλατφόρμες |
| Κλητική | πλατφόρμα | πλατφόρμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →