πλατύποδας
•
- θηλαστικό ζώοο ορνιθόρυγχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλατύποδας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλατύπους από την αιτιατική τὸν πλατύποδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλατύποδας | πλατύποδες |
| Γενική | πλατύποδα | πλατυπόδων |
| Αιτιατική | πλατύποδα | πλατύποδες |
| Κλητική | πλατύποδα | πλατύποδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →