Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλατύφυλλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει πλατιά φύλλα Βικιλεξικό
    • -Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο, δέσε σταφύλια κόκκινα, να μπω να σε τρυγήσω, να κάμω αθάνατο κρασί, μοσκοβολιά γιομάτο.

Ετυμολογία

πλατύφυλλος < αρχαία ελληνική πλατύφυλλος < πλατύς + φύλλον (μορφολογικά αναλύεται πλατύ- + -φυλλος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλατύφυλλοςπλατύφυλληπλατύφυλλο
Γενικήπλατύφυλλουπλατύφυλληςπλατύφυλλου
Αιτιατικήπλατύφυλλοπλατύφυλληπλατύφυλλο
Κλητικήπλατύφυλλεπλατύφυλληπλατύφυλλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλατύφυλλοιπλατύφυλλεςπλατύφυλλα
Γενικήπλατύφυλλωνπλατύφυλλωνπλατύφυλλων
Αιτιατικήπλατύφυλλουςπλατύφυλλεςπλατύφυλλα
Κλητικήπλατύφυλλοιπλατύφυλλεςπλατύφυλλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →