Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλειάδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σύνολο ανθρώπων με συγκεκριμένη ιδιότητα, θετικού χαρακτήρα συνήθως Βικιλεξικό
    • μια πλειάδα καλλιτεχνών συμμετέχει στο φεστιβάλ
  2. φιλολογίαομάδα ποιητών και φιλολόγων Βικιλεξικό
  3. Αλεξανδρινή Πλειάδα: σύμφωνα με τον Αλεξανδρινό κανόνα την Πλειάδα αποτελούσαν οι επτά τραγικοί ποιητές που άκμασαν επί Πτολεμαίου Β' του Φιλάδελφου, από τους οποίους και ονομάσθηκε και τραγική πλειάδα. Την ομάδα αυτή αποτελούσαν οι: Σωσιφάνης ο Συρακόσιος, ο Σωσίθεος ο Συρακόσιος ή Αθηναίος, ο Όμηρος Βυζάντιος, ο Λυκόφρων ο Χαλκιδεύς, ο Αλέξανδρος ο Αιτωλός, ο Φιλίσκος ο Κερκυραίος και ο Διονυσιάδης ή Διονυσίδης Βικιλεξικό
  4. μαθηματικάπεπερασμένη διατεταγμένη ακολουθία ν στοιχείων, όπου ν είναι ένας μη αρνητικός ακέραιος. Συμβολίζεται με τα στοιχεία της να περικλείονται μέσα σε παρενθέσεις «(...)» και χωρίζονται με κόμμα. Βικιλεξικό
    • Με την πλειάδα (x, y) παριστάνεται ένα σημείο στον δισδιάστατο χώρο, με την (x, y, z) στον τρισδιάστατο, (x, y, z, t) στον τετραδιάστατο, κλπ.
  5. πληροφορικήδομή δεδομένων, που περιέχει στοιχεία σε συγκεκριμένη αμετάβλητη σειρά και δηλώνεται με τα στοιχεία της να περιέχονται σε παρενθέσεις «(...)» και χωρίζονται με κόμμα (βλ. μαθηματικό ορισμό) Βικιλεξικό
  6. βάσεις δεδομένωνη γραμμή μιάς σχέσης στο σχεσιακό μοντέλο ή ενός πίνακα στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων. Τα στοιχεία της, λέγονται γνωρίσματα (attributes) και αποτελούν τις στήλες του πίνακα. Ο όρος πλειάδα χρησιμοποιείται κυρίως στη θεωρία της επιστήμης των υπολογιστών. Βικιλεξικό
    • Οι πλειάδες μιας σχέσης διαφέρουν υποχρεωτικά μεταξύ τους

Ετυμολογία

πλειάδα < αρχαία ελληνική Πλειάδα, αιτιατική ενικού της λέξης Πλειάς (1,2: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική pléiade)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλειάδαπλειάδες
Γενικήπλειάδαςπλειάδων
Αιτιατικήπλειάδαπλειάδες
Κλητικήπλειάδαπλειάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →