πλειονοψηφώ
•
- λόγιοέχω την πλειονοψηφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλειονοψηφώ < πλειονοψηφία + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλειονοψηφώ | πλειονοψηφείς | πλειονοψηφεί | πλειονοψηφούμε | πλειονοψηφείτε | πλειονοψηφούν / πλειονοψηφούνε |
| Παρατατικός | πλειονοψηφούσα | πλειονοψηφούσες | πλειονοψηφούσε | πλειονοψηφούσαμε | πλειονοψηφούσατε | πλειονοψηφούσαν / πλειονοψηφούσανε |
| Αόριστος | πλειονοψήφησα | πλειονοψήφησες | πλειονοψήφησε | πλειονοψηφήσαμε | πλειονοψηφήσατε | πλειονοψήφησαν / πλειονοψηφήσαν / πλειονοψηφήσανε |
| Μέλλοντας | θα πλειονοψηφήσω / θα πλειονοψηφώ | θα πλειονοψηφήσεις / θα πλειονοψηφείς | θα πλειονοψηφήσει / θα πλειονοψηφεί | θα πλειονοψηφήσουμε / θα πλειονοψηφούμε | θα πλειονοψηφήσετε / θα πλειονοψηφείτε | θα πλειονοψηφήσουν / θα πλειονοψηφήσουνε / θα πλειονοψηφούν / θα πλειονοψηφούνε |
| Παρακείμενος | έχω πλειονοψηφήσει | έχεις πλειονοψηφήσει | έχει πλειονοψηφήσει | έχουμε πλειονοψηφήσει | έχετε πλειονοψηφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλειονοψηφήσει | είχες πλειονοψηφήσει | είχε πλειονοψηφήσει | είχαμε πλειονοψηφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλειονοψηφήσει / να πλειονοψηφήσω / να πλειονοψηφώ | να έχεις πλειονοψηφήσει / να πλειονοψηφήσεις / να πλειονοψηφείς | να έχει πλειονοψηφήσει / να πλειονοψηφήσει / να πλειονοψηφεί | να έχουμε πλειονοψηφήσει / να πλειονοψηφήσουμε / να πλειονοψηφούμε | να έχετε πλειονοψηφήσει / να πλειονοψηφήσετε / να πλειονοψηφείτε | να πλειονοψηφήσουν / να πλειονοψηφήσουνε / να πλειονοψηφούν / να πλειονοψηφούνε |
| Προστακτική | — | πλειονοψήφει / πλειονοψήφησε | — | — | πλειονοψηφήστε / πλειονοψηφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →