Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλειονοψηφώ

ρήμα
•
  1. λόγιοέχω την πλειονοψηφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλειονοψηφώ < πλειονοψηφία + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπλειονοψηφώπλειονοψηφείςπλειονοψηφείπλειονοψηφούμεπλειονοψηφείτεπλειονοψηφούν / πλειονοψηφούνε
Παρατατικόςπλειονοψηφούσαπλειονοψηφούσεςπλειονοψηφούσεπλειονοψηφούσαμεπλειονοψηφούσατεπλειονοψηφούσαν / πλειονοψηφούσανε
Αόριστοςπλειονοψήφησαπλειονοψήφησεςπλειονοψήφησεπλειονοψηφήσαμεπλειονοψηφήσατεπλειονοψήφησαν / πλειονοψηφήσαν / πλειονοψηφήσανε
Μέλλονταςθα πλειονοψηφήσω / θα πλειονοψηφώθα πλειονοψηφήσεις / θα πλειονοψηφείςθα πλειονοψηφήσει / θα πλειονοψηφείθα πλειονοψηφήσουμε / θα πλειονοψηφούμεθα πλειονοψηφήσετε / θα πλειονοψηφείτεθα πλειονοψηφήσουν / θα πλειονοψηφήσουνε / θα πλειονοψηφούν / θα πλειονοψηφούνε
Παρακείμενοςέχω πλειονοψηφήσειέχεις πλειονοψηφήσειέχει πλειονοψηφήσειέχουμε πλειονοψηφήσειέχετε πλειονοψηφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πλειονοψηφήσειείχες πλειονοψηφήσειείχε πλειονοψηφήσειείχαμε πλειονοψηφήσει——
Υποτακτικήνα έχω πλειονοψηφήσει / να πλειονοψηφήσω / να πλειονοψηφώνα έχεις πλειονοψηφήσει / να πλειονοψηφήσεις / να πλειονοψηφείςνα έχει πλειονοψηφήσει / να πλειονοψηφήσει / να πλειονοψηφείνα έχουμε πλειονοψηφήσει / να πλειονοψηφήσουμε / να πλειονοψηφούμενα έχετε πλειονοψηφήσει / να πλειονοψηφήσετε / να πλειονοψηφείτενα πλειονοψηφήσουν / να πλειονοψηφήσουνε / να πλειονοψηφούν / να πλειονοψηφούνε
Προστακτική—πλειονοψήφει / πλειονοψήφησε——πλειονοψηφήστε / πλειονοψηφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →