πλειοψηφών
•
- λόγιοπου κατέχει την πλειοψηφία, που παίρνει τις περισσότερες ψήφους Βικιλεξικό
- η πλειοψηφούσα παράταξη / πρόταση
- πλειοψηφών συνδυασμός
- τα πλειοψηφούντα σωματεία στην ομοσπονδία
- το πλειοψηφούν κόμμα γίνεται συνήθως το κυβερνών κόμμα
Ετυμολογία
πλειοψηφών < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλειοψηφώ
Άλλοι τύποι
πλειοψηφουσώνπλειοψηφούνπλειοψηφούνταπλειοψηφούντεςπλειοψηφούντοςπλειοψηφούντωνπλειοψηφούσαπλειοψηφούσαςπλειοψηφούσεςπλειοψηφούσηςπλειοψηφών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →