Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλεκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το πλέξιμο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλεκτικός < αρχαία ελληνική πλεκτικός < πλέκω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλεκτικόςπλεκτικήπλεκτικό
Γενικήπλεκτικούπλεκτικήςπλεκτικού
Αιτιατικήπλεκτικόπλεκτικήπλεκτικό
Κλητικήπλεκτικέπλεκτικήπλεκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλεκτικοίπλεκτικέςπλεκτικά
Γενικήπλεκτικώνπλεκτικώνπλεκτικών
Αιτιατικήπλεκτικούςπλεκτικέςπλεκτικά
Κλητικήπλεκτικοίπλεκτικέςπλεκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →