πλεονασμός
•
- το φαινόμενο της υπερεπάρκειας, αφθονία Βικιλεξικό
- σχήμα λόγουη ίδια σημασία με περισσότερες από μία εκφράσεις (για έμφαση ή για εκφραστικούς λόγους) Βικιλεξικό
- ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: με ξέχασε και δε με θυμάται πια
- ως γραμματικό λάθοςη ίδια σημασία με περισσότερες λέξεις ή εκφράσεις που δεν είναι απαραίτητες και χωρίς να υπάρχει πρόθεση εκφραστικότητας Βικιλεξικό
- ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: πιο μεγαλύτερος, καλυτερότερος
Ετυμολογία
πλεονασμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλεονασμός (αρχαία σημασία: υπερβολή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλεονασμός | πλεονασμοί |
| Γενική | πλεονασμού | πλεονασμών |
| Αιτιατική | πλεονασμό | πλεονασμούς |
| Κλητική | πλεονασμέ | πλεονασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →