Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλεονασμός

/ple.o.naˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το φαινόμενο της υπερεπάρκειας, αφθονία Βικιλεξικό
  2. σχήμα λόγουη ίδια σημασία με περισσότερες από μία εκφράσεις (για έμφαση ή για εκφραστικούς λόγους) Βικιλεξικό
    • ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: με ξέχασε και δε με θυμάται πια
  3. ως γραμματικό λάθοςη ίδια σημασία με περισσότερες λέξεις ή εκφράσεις που δεν είναι απαραίτητες και χωρίς να υπάρχει πρόθεση εκφραστικότητας Βικιλεξικό
    • ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: πιο μεγαλύτερος, καλυτερότερος

Ετυμολογία

πλεονασμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλεονασμός (αρχαία σημασία: υπερβολή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλεονασμόςπλεονασμοί
Γενικήπλεονασμούπλεονασμών
Αιτιατικήπλεονασμόπλεονασμούς
Κλητικήπλεονασμέπλεονασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →