Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλεονεκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που πλεονεκτεί σε σχέση με κάποιον άλλο, που υπερτερεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλεονεκτικός < αρχαία ελληνική πλεονεκτικός < πλέον + ἔχω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική avantageux )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλεονεκτικόςπλεονεκτικήπλεονεκτικό
Γενικήπλεονεκτικούπλεονεκτικήςπλεονεκτικού
Αιτιατικήπλεονεκτικόπλεονεκτικήπλεονεκτικό
Κλητικήπλεονεκτικέπλεονεκτικήπλεονεκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλεονεκτικοίπλεονεκτικέςπλεονεκτικά
Γενικήπλεονεκτικώνπλεονεκτικώνπλεονεκτικών
Αιτιατικήπλεονεκτικούςπλεονεκτικέςπλεονεκτικά
Κλητικήπλεονεκτικοίπλεονεκτικέςπλεονεκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →