πλεούμενο
•
- μέσο μεταφοράς που επιπλέει Βικιλεξικό
- Διονύσιος Ρώμας, 1906-1961. «Το ρεμπελιό των ποπολάρων» στις τριλογίες Περίπλους @books.google
Ετυμολογία
πλεούμενο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πλεούμενον. πλέ(ω) + -ούμενο, ουδέτερο των μετοχών σε -ούμενος κυριολεκτικά: αυτό που πλέει
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλεούμενο | πλεούμενα |
| Γενική | πλεούμενου | πλεούμενων |
| Αιτιατική | πλεούμενο | πλεούμενα |
| Κλητική | πλεούμενο | πλεούμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →