Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλευρίζω

ρήμα
•
  1. για σκάφοςπλησιάζω και ακουμπάω στην προκυμαία ή σε άλλο πλοίο με τη μία πλευρά Βικιλεξικό
    • Το καΐκι θα στεκότανε στ' ανοιχτά - ποτέ δεν πλευρίζανε τα καΐκια στην έρημη ακρογιαλιά που απλωνότανε κάτω απ' τα πόδια του χωριού μας. (Σωτήρης Πατατζής Νεράιδα του βυθού [διήγημα])
  2. μεταφορικάπλησιάζω, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, κάποιον δήθεν για εξυπηρέτηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλευρίζω < πλευρά + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπλευρίζωπλευρίζειςπλευρίζειπλευρίζουμεπλευρίζετεπλευρίζουν / πλευρίζουνε
Παρατατικόςπλεύριζαπλεύριζεςπλεύριζεπλευρίζαμεπλευρίζατεπλευρίζαν / πλευρίζανε / πλεύριζαν
Αόριστοςπλεύρισαπλεύρισεςπλεύρισεπλευρίσαμεπλευρίσατεπλευρίσαν / πλευρίσανε / πλεύρισαν
Μέλλονταςθα πλευρίζω / θα πλευρίσωθα πλευρίζεις / θα πλευρίσειςθα πλευρίζει / θα πλευρίσειθα πλευρίζουμε / θα πλευρίσουμεθα πλευρίζετε / θα πλευρίσετεθα πλευρίζουν / θα πλευρίζουνε / θα πλευρίσουν / θα πλευρίσουνε
Παρακείμενοςέχω πλευρίσειέχεις πλευρίσειέχει πλευρίσειέχουμε πλευρίσειέχετε πλευρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πλευρίσειείχες πλευρίσειείχε πλευρίσειείχαμε πλευρίσει——
Υποτακτικήνα έχω πλευρίσει / να πλευρίζω / να πλευρίσωνα έχεις πλευρίσει / να πλευρίζεις / να πλευρίσειςνα έχει πλευρίσει / να πλευρίζει / να πλευρίσεινα έχουμε πλευρίσει / να πλευρίζουμε / να πλευρίσουμενα έχετε πλευρίσει / να πλευρίζετε / να πλευρίσετενα πλευρίζουν / να πλευρίζουνε / να πλευρίσουν / να πλευρίσουνε
Προστακτική—πλεύριζε / πλεύρισε——πλευρίζετε / πλευρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →