πλευρίζω
•
- για σκάφοςπλησιάζω και ακουμπάω στην προκυμαία ή σε άλλο πλοίο με τη μία πλευρά Βικιλεξικό
- Το καΐκι θα στεκότανε στ' ανοιχτά - ποτέ δεν πλευρίζανε τα καΐκια στην έρημη ακρογιαλιά που απλωνότανε κάτω απ' τα πόδια του χωριού μας. (Σωτήρης Πατατζής Νεράιδα του βυθού [διήγημα])
- μεταφορικάπλησιάζω, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, κάποιον δήθεν για εξυπηρέτηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλευρίζω < πλευρά + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλευρίζω | πλευρίζεις | πλευρίζει | πλευρίζουμε | πλευρίζετε | πλευρίζουν / πλευρίζουνε |
| Παρατατικός | πλεύριζα | πλεύριζες | πλεύριζε | πλευρίζαμε | πλευρίζατε | πλευρίζαν / πλευρίζανε / πλεύριζαν |
| Αόριστος | πλεύρισα | πλεύρισες | πλεύρισε | πλευρίσαμε | πλευρίσατε | πλευρίσαν / πλευρίσανε / πλεύρισαν |
| Μέλλοντας | θα πλευρίζω / θα πλευρίσω | θα πλευρίζεις / θα πλευρίσεις | θα πλευρίζει / θα πλευρίσει | θα πλευρίζουμε / θα πλευρίσουμε | θα πλευρίζετε / θα πλευρίσετε | θα πλευρίζουν / θα πλευρίζουνε / θα πλευρίσουν / θα πλευρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλευρίσει | έχεις πλευρίσει | έχει πλευρίσει | έχουμε πλευρίσει | έχετε πλευρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλευρίσει | είχες πλευρίσει | είχε πλευρίσει | είχαμε πλευρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλευρίσει / να πλευρίζω / να πλευρίσω | να έχεις πλευρίσει / να πλευρίζεις / να πλευρίσεις | να έχει πλευρίσει / να πλευρίζει / να πλευρίσει | να έχουμε πλευρίσει / να πλευρίζουμε / να πλευρίσουμε | να έχετε πλευρίσει / να πλευρίζετε / να πλευρίσετε | να πλευρίζουν / να πλευρίζουνε / να πλευρίσουν / να πλευρίσουνε |
| Προστακτική | — | πλεύριζε / πλεύρισε | — | — | πλευρίζετε / πλευρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →