Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλευριτικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου υποφέρει από πλευρίτιδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλευριτικός < πλευρίτ(ης) + -ικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλευριτική / πλευριτικός / πλευριτικόπλευριτικές / πλευριτικοί / πλευριτικά
Γενικήπλευριτικής / πλευριτικού / πλευριτικούπλευριτικών / πλευριτικών / πλευριτικών
Αιτιατικήπλευριτική / πλευριτικό / πλευριτικόπλευριτικές / πλευριτικούς / πλευριτικά
Κλητικήπλευριτική / πλευριτικέ / πλευριτικόπλευριτικές / πλευριτικοί / πλευριτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πλευριτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου σχετίζεται με την πλευρίτιδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλευριτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική pleurétique, pleuritique < μεσαιωνική λατινική pleuriticus < αρχαία ελληνική πλευρῖτ(ις) + -icus (< -ικός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλευριτικόςπλευριτικήπλευριτικό
Γενικήπλευριτικούπλευριτικήςπλευριτικού
Αιτιατικήπλευριτικόπλευριτικήπλευριτικό
Κλητικήπλευριτικέπλευριτικήπλευριτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλευριτικοίπλευριτικέςπλευριτικά
Γενικήπλευριτικώνπλευριτικώνπλευριτικών
Αιτιατικήπλευριτικούςπλευριτικέςπλευριτικά
Κλητικήπλευριτικοίπλευριτικέςπλευριτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →