πλευριτώνω
•
- προκαλώ το κρυολόγημα κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλευριτώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλευριτώνω | πλευριτώνεις | πλευριτώνει | πλευριτώνουμε | πλευριτώνετε | πλευριτώνουν / πλευριτώνουνε |
| Παρατατικός | πλευρίτωνα | πλευρίτωνες | πλευρίτωνε | πλευριτώναμε | πλευριτώνατε | πλευρίτωναν / πλευριτώναν / πλευριτώνανε |
| Αόριστος | πλευρίτωσα | πλευρίτωσες | πλευρίτωσε | πλευριτώσαμε | πλευριτώσατε | πλευρίτωσαν / πλευριτώσαν / πλευριτώσανε |
| Μέλλοντας | θα πλευριτώνω / θα πλευριτώσω | θα πλευριτώνεις / θα πλευριτώσεις | θα πλευριτώνει / θα πλευριτώσει | θα πλευριτώνουμε / θα πλευριτώσουμε | θα πλευριτώνετε / θα πλευριτώσετε | θα πλευριτώνουν / θα πλευριτώνουνε / θα πλευριτώσουν / θα πλευριτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλευριτώσει | έχεις πλευριτώσει | έχει πλευριτώσει | έχουμε πλευριτώσει | έχετε πλευριτώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλευριτώσει | είχες πλευριτώσει | είχε πλευριτώσει | είχαμε πλευριτώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλευριτώσει / να πλευριτώνω / να πλευριτώσω | να έχεις πλευριτώσει / να πλευριτώνεις / να πλευριτώσεις | να έχει πλευριτώσει / να πλευριτώνει / να πλευριτώσει | να έχουμε πλευριτώσει / να πλευριτώνουμε / να πλευριτώσουμε | να έχετε πλευριτώσει / να πλευριτώνετε / να πλευριτώσετε | να πλευριτώνουν / να πλευριτώνουνε / να πλευριτώσουν / να πλευριτώσουνε |
| Προστακτική | — | πλευρίτωνε / πλευρίτωσε | — | — | πλευριτώνετε / πλευριτώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →