Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλευροκοπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πλευροκόπηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλευροκοπικός < πλευροκοπώ + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλευροκοπικόςπλευροκοπικήπλευροκοπικό
Γενικήπλευροκοπικούπλευροκοπικήςπλευροκοπικού
Αιτιατικήπλευροκοπικόπλευροκοπικήπλευροκοπικό
Κλητικήπλευροκοπικέπλευροκοπικήπλευροκοπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλευροκοπικοίπλευροκοπικέςπλευροκοπικά
Γενικήπλευροκοπικώνπλευροκοπικώνπλευροκοπικών
Αιτιατικήπλευροκοπικούςπλευροκοπικέςπλευροκοπικά
Κλητικήπλευροκοπικοίπλευροκοπικέςπλευροκοπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →