πλευροκοπικός
•
- που έχει σχέση με πλευροκόπηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλευροκοπικός < πλευροκοπώ + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλευροκοπικός | πλευροκοπική | πλευροκοπικό |
| Γενική | πλευροκοπικού | πλευροκοπικής | πλευροκοπικού |
| Αιτιατική | πλευροκοπικό | πλευροκοπική | πλευροκοπικό |
| Κλητική | πλευροκοπικέ | πλευροκοπική | πλευροκοπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλευροκοπικοί | πλευροκοπικές | πλευροκοπικά |
| Γενική | πλευροκοπικών | πλευροκοπικών | πλευροκοπικών |
| Αιτιατική | πλευροκοπικούς | πλευροκοπικές | πλευροκοπικά |
| Κλητική | πλευροκοπικοί | πλευροκοπικές | πλευροκοπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →