πλευστότητα
•
- η ικανότητα κάποιου να μπορεί να (επι)πλέει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλευστότητα < πλευστός + -ότητα ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική navigability)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλευστότητα | πλευστότητες |
| Γενική | πλευστότητας | πλευστοτήτων |
| Αιτιατική | πλευστότητα | πλευστότητες |
| Κλητική | πλευστότητα | πλευστότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →