πλεύριση
•
- ναυτικός όροςη προσέγγιση στο πλευρό κάποιου πλοίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλεύριση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πλεύρι(σις) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε πλευρί(ζω) + -ση < πλευρό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλεύριση | πλευρίσεις |
| Γενική | πλεύρισης | πλευρίσεων |
| Αιτιατική | πλεύριση | πλευρίσεις |
| Κλητική | πλεύριση | πλευρίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →