πληγείς
•
- λόγιοπληγμένος, που πλήχθηκε, πληγώθηκε, χτυπήθηκε, που τραυματίστηκε, θίχτηκε σοβαρά, υπέστη ζημίες Βικιλεξικό
- οι πληγείσες (π.χ. από τον σεισμό) περιοχές
- οι πληγέντες (π.χ. από μια φυσική καταστροφή) συνοικισμοί
Ετυμολογία
πληγείς < μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος πλήττω < αρχαία ελληνική πληγείς < πλήσσω / πλήττω
Άλλοι τύποι
πληγένπληγένταπληγένταςπληγέντεςπληγέντοςπληγέντωνπληγείςπληγείσαπληγείσαςπληγείσεςπληγείσηςπληγεισών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →