πληγωμένος
•
- τραυματισμένος σωματικά ή ψυχικά (έμψυχο) Βικιλεξικό
- Εἰς τόν προσφυγικόν καταυλισμόν τῆς Λαχαναγοράς Πειραιῶς ἐνεφανίσθη μίαν τῶν ἡμερῶν ἕνας ἀνέλπιστος, πληγωμένος πρόσφυξ. Δέν ἦτο οὔτε Μικρασιάτης, οὔτε Θρᾶξ. Δέν τόν εἶχαν κυνηγήσει αἱ ὀρδαί τοῦ Κεμάλ. Δέν τοῦ εἶχαν σπάσει τό πόδι του οἱ Τοῦρκοι Τσέτηδες. Ἦτόν ἁπλούστατα ἕνας ἀθῶος σπουργίτης.
- μειωμένος, λαβωμένος για συναίσθημα Βικιλεξικό
- η πληγωμένη περηφάνια
Ετυμολογία
πληγωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πληγώνω
Άλλοι τύποι
πληγωμέναπληγωμένεπληγωμένεςπληγωμένηπληγωμένηςπληγωμένοπληγωμένοιπληγωμένοςπληγωμένουπληγωμένουςπληγωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →