πληθικότητα
•
- βάσεις δεδομένωντο πλήθος των πλειάδων (tuples) μιάς σχέσης στο σχεσιακό μοντέλο ή το πλήθος των γραμμών (rows) ενός πίνακα (table) στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πληθικότητα | πληθικότητες |
| Γενική | πληθικότητας | πληθικοτήτων |
| Αιτιατική | πληθικότητα | πληθικότητες |
| Κλητική | πληθικότητα | πληθικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →