πληθυσμός
•
- γεωγραφίατο σύνολο των κατοίκων κάποιου τόπου Βικιλεξικό
- ο πληθυσμός της Ζυρίχης παρέμεινε σταθερός τα τελευταία χρόνια
- Η κίτρινη γρίπη θέριζε τον πληθυσμό. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό παιδί να τρέμει από τα ρίγη του πυρετού και να κρύβεται φοβισμένο κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα. (Γιώργος Μανιώτης, Σαράντα Κύματα, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 18)
- Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Μέρους καλύπτουν τό σύνολον τῶν πληθυσμῶν τῶν εἰς τήν σύρραξιν μετεχουσῶν χωρῶν ἄνευ οἱασδήποτε δυσμενοῦς διακρίσεως στηριζομένης ἰδία ἐπί ζητημάτων φυλῆς, ἐθνικότητος, θρησκείας ἤ πολιτικῶν πεποιθήσεων καί τείνουν νά μετριάσουν τά ὑπό τοῦ πολέμου προκαλούμενα δεινά. (Νόμος 3481/1955, Περί κυρώσεως των Συμβάσεων της Γενεύης της 12ης Αυγούστης 1949, άρθρο 13)
- Δέν εἶναι, βέβαια ἀνυπόστατες οἱ ἀναφορές τῶν ταξιδιωτῶν σέ ὁρισμένα πάγια εἴδη διατροφῆς, ὅταν περιγράφουν τό καθημερινό διαιτολόγιο τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῶν ἀστικῶν κέντρων: τό φρέσκο ψωμί, τά λαχανικά καί τὰ φροῦτα, οἱ ἐλιές καί τό τυρί, τά παστά ψάρια καί σπανιότερα τά φρέσκα (Σπύρος Ι. Ασδραχτάς, Νίκος Καραπιδάκης, Ελληνική οικονομική ιστορία 15-19ος αιώνας, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, 2003, σελ. 544)
Ετυμολογία
πληθυσμός < μεσαιωνική ελληνική πληθυσμός < πληθύνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πληθυσμός | πληθυσμοί |
| Γενική | πληθυσμού | πληθυσμών |
| Αιτιατική | πληθυσμό | πληθυσμούς |
| Κλητική | πληθυσμέ | πληθυσμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →