πληθωριστικός
•
- που αναφέρεται στον πληθωρισμό· που προκαλεί πληθωρισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πληθωριστικός < πληθωρισμός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πληθωριστικός | πληθωριστική | πληθωριστικό |
| Γενική | πληθωριστικού | πληθωριστικής | πληθωριστικού |
| Αιτιατική | πληθωριστικό | πληθωριστική | πληθωριστικό |
| Κλητική | πληθωριστικέ | πληθωριστική | πληθωριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πληθωριστικοί | πληθωριστικές | πληθωριστικά |
| Γενική | πληθωριστικών | πληθωριστικών | πληθωριστικών |
| Αιτιατική | πληθωριστικούς | πληθωριστικές | πληθωριστικά |
| Κλητική | πληθωριστικοί | πληθωριστικές | πληθωριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →