πληθύς
•
- αρχαιοπρεπέςπλήθος, πληθώρα Βικιλεξικό
- ἐκ τοῦ συνωστισμοῦ καὶ τῆς πληθύος τῶν προσκεκλημένων κατέπεσεν τὸ δάπεδον τοῦ δωματίου καὶ ἱερεύς, νυμφίος, παράνυμφοι καὶ προσκεκλημένοι κατέπεσον φύρδην μίγδυν εἰς τὸ ἰσόγειον καὶ ἕκαστος δύναται νὰ φαντασθῇ τί κουλουβάχατα ἐγένοντο ἐκεῖ. (Δημήτριος Γουζέλης, Ο Χάσης, 2015)
- οι Ομιλίαι περί πληθύος των κόσμων του Φοντενέλ, που μετέφρασε στα ελληνικά το 1794 ο Παναγιώτης Κοδρικάς, ήταν ένα βιβλίο που άσκησε μεγάλη επίδραση στη διάδοση νέων αστρονομικών και κοσμολογικών ιδεών
Ετυμολογία
πληθύς < αρχαία ελληνική πληθύς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →