Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλημμυρικός

/pli.mi.ɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με την πλημμύρα Βικιλεξικό
    • Ημερίδα με θέμα: Ο πλημμυρικός κίνδυνος στην Ελλάδα
    • Οι πλημμυρικοί όγκοι νερού προέρχονται από […] ο πλημμυρικός κίνδυνος είναι συνάρτηση της πιθανότητας εμφάνισης του φυσικού φαινομένου […]
    • Έντονη βροχόπτωση το μεσημέρι της Παρασκευής στην πρωτεύουσα με πλημμυρικά φαινόμενα να εντοπίζονται σε περιοχές της δυτικής Αττικής.

Ετυμολογία

πλημμυρικός (νεολογισμός) < πλημμύρ(α) + -ικός κατά το αντιπλημμυρικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλημμυρικόςπλημμυρικήπλημμυρικό
Γενικήπλημμυρικούπλημμυρικήςπλημμυρικού
Αιτιατικήπλημμυρικόπλημμυρικήπλημμυρικό
Κλητικήπλημμυρικέπλημμυρικήπλημμυρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλημμυρικοίπλημμυρικέςπλημμυρικά
Γενικήπλημμυρικώνπλημμυρικώνπλημμυρικών
Αιτιατικήπλημμυρικούςπλημμυρικέςπλημμυρικά
Κλητικήπλημμυρικοίπλημμυρικέςπλημμυρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →