πλημμυροπαθής
•
- λόγιοπου τον / την έχει πλήξει πλημμύρα, του / της έχει προξενήσει ζημιές ή καταστροφές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλημμυροπαθής < πλημμύρα + -ο- + -παθής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλημμυροπαθής / πλημμυροπαθής / πλημμυροπαθές | πλημμυροπαθείς / πλημμυροπαθείς / πλημμυροπαθή |
| Γενική | πλημμυροπαθούς / πλημμυροπαθούς / πλημμυροπαθούς | πλημμυροπαθών / πλημμυροπαθών / πλημμυροπαθών |
| Αιτιατική | πλημμυροπαθή / πλημμυροπαθή / πλημμυροπαθές | πλημμυροπαθείς / πλημμυροπαθείς / πλημμυροπαθή |
| Κλητική | πλημμυροπαθής / πλημμυροπαθή / πλημμυροπαθής / πλημμυροπαθές | πλημμυροπαθείς / πλημμυροπαθείς / πλημμυροπαθή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →