Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλημμυροπαθής

/pli.mi.ro.paˈθis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου τον / την έχει πλήξει πλημμύρα, του / της έχει προξενήσει ζημιές ή καταστροφές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλημμυροπαθής < πλημμύρα + -ο- + -παθής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλημμυροπαθής / πλημμυροπαθής / πλημμυροπαθέςπλημμυροπαθείς / πλημμυροπαθείς / πλημμυροπαθή
Γενικήπλημμυροπαθούς / πλημμυροπαθούς / πλημμυροπαθούςπλημμυροπαθών / πλημμυροπαθών / πλημμυροπαθών
Αιτιατικήπλημμυροπαθή / πλημμυροπαθή / πλημμυροπαθέςπλημμυροπαθείς / πλημμυροπαθείς / πλημμυροπαθή
Κλητικήπλημμυροπαθής / πλημμυροπαθή / πλημμυροπαθής / πλημμυροπαθέςπλημμυροπαθείς / πλημμυροπαθείς / πλημμυροπαθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πλημμυροπαθής

/pli.mi.ro.paˈθis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου τον έχει πλήξει πλημμύρα, του έχει προξενήσει ζημιές ή καταστροφές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλημμυροπαθής < πλημμύρα + -ο- + -παθής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλημμυροπαθήςπλημμυροπαθήςπλημμυροπαθές
Γενικήπλημμυροπαθούςπλημμυροπαθούςπλημμυροπαθούς
Αιτιατικήπλημμυροπαθήπλημμυροπαθήπλημμυροπαθές
Κλητικήπλημμυροπαθή / πλημμυροπαθήςπλημμυροπαθήςπλημμυροπαθές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλημμυροπαθείςπλημμυροπαθείςπλημμυροπαθή
Γενικήπλημμυροπαθώνπλημμυροπαθώνπλημμυροπαθών
Αιτιατικήπλημμυροπαθείςπλημμυροπαθείςπλημμυροπαθή
Κλητικήπλημμυροπαθείςπλημμυροπαθείςπλημμυροπαθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →