πληρεξουσιότητα
•
- νομικός όροςτο δικαίωμα που έχει κάποιος πληρεξούσιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πληρεξουσιότητα < (καθαρεύουσα) πληρεξουσιότης < πληρεξούσιος + -ότης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πληρεξουσιότητα | πληρεξουσιότητες |
| Γενική | πληρεξουσιότητας | πληρεξουσιοτήτων |
| Αιτιατική | πληρεξουσιότητα | πληρεξουσιότητες |
| Κλητική | πληρεξουσιότητα | πληρεξουσιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →