πληροφορημένος
•
- ενημερωμένος για κάτι συγκεκριμένο, όταν κάποιος έχει πληροφορηθεί κάτι Βικιλεξικό
- Δεν είσαι καλά πληροφορημένος φίλε μου, για άνοιξε τα μάτια σου!
- Είναι καλά πληροφορημένος και δεν έχει χάσει ποτέ από μετοχές
Ετυμολογία
πληροφορημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πληροφορώ
Άλλοι τύποι
πληροφορημέναπληροφορημένεπληροφορημένεςπληροφορημένηπληροφορημένηςπληροφορημένοπληροφορημένοιπληροφορημένοςπληροφορημένουπληροφορημένουςπληροφορημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →