πληροφοριοδότρια
•
- θηλυκό του πληροφοριοδότης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πληροφοριοδότρια < πληροφοριοδότης + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πληροφοριοδότρια | πληροφοριοδότριες |
| Γενική | πληροφοριοδότριας | πληροφοριοδοτριών |
| Αιτιατική | πληροφοριοδότρια | πληροφοριοδότριες |
| Κλητική | πληροφοριοδότρια | πληροφοριοδότριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →