πληρωμή
•
- η καταβολή χρημάτων σε εργαζόμενο ή για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ή την εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων Βικιλεξικό
- η είσπραξη της αμοιβής από κάποιον για εργασία που εκτέλεσε Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ανταπόδοση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πληρωμή < πληρώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πληρωμή | πληρωμές |
| Γενική | πληρωμής | πληρωμών |
| Αιτιατική | πληρωμή | πληρωμές |
| Κλητική | πληρωμή | πληρωμές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →