Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πληρότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος πλήρης / κάτι πλήρες, η ιδιότητα ή η κατάσταση του πλήρους Βικιλεξικό
  2. φιλοσοφίατο να αισθάνεται κάποιος καλυμμένος και πλήρης απ’ όλες τις απόψεις ή πλευρές, ιδίως εσωτερικά / ψυχικά Βικιλεξικό
  3. το ποσοστό κάλυψης των διαθέσιμων επιλογών (π.χ. δωμάτια σε ξενοδοχεία) Βικιλεξικό
    • Το ευτύχημα είναι ότι φέτος μεγάλη εμφανίζεται η πληρότητα και για τον Σεπτέμβρη. Η μέση πληρότητα στα ξενοδοχεία για τον Σεπτέμβριο είναι της τάξης του 75%. (*)

Ετυμολογία

πληρότητα < ελληνιστική κοινή πληρότης < αρχαία ελληνική πλήρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπληρότηταπληρότητες
Γενικήπληρότηταςπληροτήτων
Αιτιατικήπληρότηταπληρότητες
Κλητικήπληρότηταπληρότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →