Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλησίαση

/pliˈsi.a.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το πλησίασμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλησίαση < ελληνιστική κοινή πλησίασις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλησίασηπλησιάσεις
Γενικήπλησίασηςπλησιάσεων
Αιτιατικήπλησίασηπλησιάσεις
Κλητικήπλησίασηπλησιάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →