πλησίστιος
•
- για ιστιοφόρο καράβιπου έχει φουσκωμένα τα πανιά Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου κατευθύνεται ολοταχώς προς κάποια κατεύθυνση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλησίστιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλησίστιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλησίστιος | πλησίστια | πλησίστιο |
| Γενική | πλησίστιου | πλησίστιας | πλησίστιου |
| Αιτιατική | πλησίστιο | πλησίστια | πλησίστιο |
| Κλητική | πλησίστιε | πλησίστια | πλησίστιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλησίστιοι | πλησίστιες | πλησίστια |
| Γενική | πλησίστιων | πλησίστιων | πλησίστιων |
| Αιτιατική | πλησίστιους | πλησίστιες | πλησίστια |
| Κλητική | πλησίστιοι | πλησίστιες | πλησίστια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →