πλιγούρι
•
- σιτάρι χοντροαλεσμένο Βικιλεξικό
- Tο πλιγούρι, το χοντροσπασμένο σιτάρι δηλαδή, έχει την ιδιότητα να «τραβάει» τα υγρά, γι’ αυτό φροντίστε να βάλετε αρκετό ζωμό, ώστε να μη γίνει στεγνό το φαγητό. (*)
- φαγητό παρασκευασμένο από σιτάρι χοντροαλεσμένο Βικιλεξικό
- μεταφορικάφαγητό άνοστο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλιγούρι < οθωμανική τουρκική بورغول (burğul) (τουρκική bulgur) < αραβική برغل (búrğul) < περσική برغول (barğūl)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλιγούρι | πλιγούρια |
| Γενική | πλιγουριού | πλιγουριών |
| Αιτιατική | πλιγούρι | πλιγούρια |
| Κλητική | πλιγούρι | πλιγούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →