πλινθηδόν
•
- διατεταγμένα σε μορφή πλίνθου, όπως διατάσσονται τα τούβλα, σειρές αλλεπάλληλες με αρμογές εναλλασσουσες Βικιλεξικό
- φορά γραφής, τρόπος γραφής, σε μορφή ορθογωνίου παραλληλογράμμου Βικιλεξικό
- Ἰστέον, ὅτι τῶν ἀρχαίων οἰ μέν βουστροφηδόν ἔγραφον τά γράμματα, οἰ δέ κιονηδόν, οἰ δέ πλινθηδόν, οἰ δέ σπειρηδόν (Θεοδόσιος γραμματικός Αλεξανδρεύς, Θεοδοσίου κανόνες)
Ετυμολογία
πλινθηδόν < πλίνθος και το επίθημα -ηδόν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →