Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλινθοδομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την πλινθοδομή ή τον πλινθοδόμο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλινθοδομικός < πλινθοδομή / πλινθοδόμος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλινθοδομικόςπλινθοδομικήπλινθοδομικό
Γενικήπλινθοδομικούπλινθοδομικήςπλινθοδομικού
Αιτιατικήπλινθοδομικόπλινθοδομικήπλινθοδομικό
Κλητικήπλινθοδομικέπλινθοδομικήπλινθοδομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλινθοδομικοίπλινθοδομικέςπλινθοδομικά
Γενικήπλινθοδομικώνπλινθοδομικώνπλινθοδομικών
Αιτιατικήπλινθοδομικούςπλινθοδομικέςπλινθοδομικά
Κλητικήπλινθοδομικοίπλινθοδομικέςπλινθοδομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →