Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλινθοκεραμοποιείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εργαστήριο ή εργοστάσιο, όπου κατασκευάζονται πλίνθοι, κεραμίδια, τούβλα κ.ά. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλινθοκεραμοποιείο < πλίνθ(ος) + -ο- + κεραμοποιείο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλινθοκεραμοποιείοπλινθοκεραμοποιεία
Γενικήπλινθοκεραμοποιείουπλινθοκεραμοποιείων
Αιτιατικήπλινθοκεραμοποιείοπλινθοκεραμοποιεία
Κλητικήπλινθοκεραμοποιείοπλινθοκεραμοποιεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →