πλινθοκεραμοποιείο
•
- εργαστήριο ή εργοστάσιο, όπου κατασκευάζονται πλίνθοι, κεραμίδια, τούβλα κ.ά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλινθοκεραμοποιείο < πλίνθ(ος) + -ο- + κεραμοποιείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλινθοκεραμοποιείο | πλινθοκεραμοποιεία |
| Γενική | πλινθοκεραμοποιείου | πλινθοκεραμοποιείων |
| Αιτιατική | πλινθοκεραμοποιείο | πλινθοκεραμοποιεία |
| Κλητική | πλινθοκεραμοποιείο | πλινθοκεραμοποιεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →