πλινθόκτιστος
•
- ο χτισμένος με πλιθιά / πλίνθους Βικιλεξικό
- διότι τὸ βλέμμα μου δὲν συναντᾷ ἢ τὰς κατηφεῖς, πρασινοκιτρίνους κεράμους τῶν ἔναντι οἰκιῶν, αἵτινες μοὶ φράσσουσι τὴν θελκτικὴν ἄποψιν τῆς παραλίας ὁδοῦ, καὶ τὰς πλινθοκτίστους καπνοδόχας τῶν ἐγγὺς ἀτμομηχανῶν, αἱ ὁποῖαι παρίστανται ἐνώπιόν μου ὡς δύο ἐλεειναί, παιδαριώδεις ἀπομιμήσεις τοῦ πύργου τοῦ Ἅϊφελ (Ανδρέας Μαρτζώκης, Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1892/Οι μικροί μαθηταί μου)
Ετυμολογία
πλινθόκτιστος < πλίνθ(ος) + -ο- + κτιστός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλινθόκτιστος | πλινθόκτιστη | πλινθόκτιστο |
| Γενική | πλινθόκτιστου | πλινθόκτιστης | πλινθόκτιστου |
| Αιτιατική | πλινθόκτιστο | πλινθόκτιστη | πλινθόκτιστο |
| Κλητική | πλινθόκτιστε | πλινθόκτιστη | πλινθόκτιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλινθόκτιστοι | πλινθόκτιστες | πλινθόκτιστα |
| Γενική | πλινθόκτιστων | πλινθόκτιστων | πλινθόκτιστων |
| Αιτιατική | πλινθόκτιστους | πλινθόκτιστες | πλινθόκτιστα |
| Κλητική | πλινθόκτιστοι | πλινθόκτιστες | πλινθόκτιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →