πλοήγηση
•
- κυριολεκτικάη οδήγηση ενός πλοίου από έμπειρο πλοηγό, προκειμένου να εισέλθει σ’ ένα επικίνδυνο για την ασφάλεια του πλοίου λιμάνι ή να εξέλθει απ’ αυτό Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη οδήγηση ενός οποιουδήποτε οχήματος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη καθοδήγηση ενός οδηγού κάποιου οχήματος με οπτικές ή ακουστικές ενδείξεις από ένα σύστημα, που μέσω δορυφορικών στιγμάτων βρίσκει τη θέση του οχήματος σ’ έναν ψηφιακό χάρτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλοήγηση < πλοηγώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλοήγηση | πλοηγήσεις |
| Γενική | πλοήγησης | πλοηγήσεων |
| Αιτιατική | πλοήγηση | πλοηγήσεις |
| Κλητική | πλοήγηση | πλοηγήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →