Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλοήγηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυριολεκτικάη οδήγηση ενός πλοίου από έμπειρο πλοηγό, προκειμένου να εισέλθει σ’ ένα επικίνδυνο για την ασφάλεια του πλοίου λιμάνι ή να εξέλθει απ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη οδήγηση ενός οποιουδήποτε οχήματος Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηη καθοδήγηση ενός οδηγού κάποιου οχήματος με οπτικές ή ακουστικές ενδείξεις από ένα σύστημα, που μέσω δορυφορικών στιγμάτων βρίσκει τη θέση του οχήματος σ’ έναν ψηφιακό χάρτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλοήγηση < πλοηγώ + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλοήγησηπλοηγήσεις
Γενικήπλοήγησηςπλοηγήσεων
Αιτιατικήπλοήγησηπλοηγήσεις
Κλητικήπλοήγησηπλοηγήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →