πλοηγία
•
- ναυτικός όροςη πλοήγηση σε δύσκολα ναυτικά περάσματα, διώρυγες κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλοηγία < πλοηγός + -ία ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική pilotage)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλοηγία | πλοηγίες |
| Γενική | πλοηγίας | πλοηγιών |
| Αιτιατική | πλοηγία | πλοηγίες |
| Κλητική | πλοηγία | πλοηγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →